Τη Κυριακή 1η Μαρτίου το μεσημέρι, στα Τρόπαια Γορτυνίας θα πραγματοποιηθεί για ακόμη μια χρονιά, το παραδοσιακό «Λιώσιμο του χοιρινού» και παρασκευή παστού που θα συνοδευτεί με παραδοσιακές τηγανίτες, και καλλιτεχνικό πρόγραμμα για παιδιά καθώς και γλέντι μεταμφιεσμένων.
Η ''σφαγή των χοιρινών'' και το ''λιώσιμο του χοίρου'', αποτελεί ένα παραδοσιακό έθιμο των Αποκριών που χάνεται στα βάθη του χρόνου..
Λίγα λόγια για το έθιμο:
Το παραδοσιακό ''παστό'' και η παρασκευή του.
Όταν στέγνωνε το χοιρινό, μετά λίγες ημέρες, το «έλιωναν», για να φτιάξουν το «άλειμμα». Αυτό γινόταν συνήθως την Τσικνοπέμπτη. Πρώτα το «ξεφέρτσιαζαν», έτσι όπως ήταν κρεμασμένο στο πατερό. Έκαναν μερικές βαθιές χαρακιές στη ράχη και τα πλευρά και χώριζαν το δέρμα και το υποδόριο λίπος σε λωρίδες. Αφαιρούσαν πρώτα το δέρμα (τη φέρτσα) και μετά το υποδόριο λίπος που ήταν παχύ πεντέξι εκατοστά. Τεμάχιζαν μετά τις λουρίδες σε μικρότερα κομμάτια και τις έριχναν σε ένα λεβέτι. Κομμάτιαζαν και το υπόλοιπο σώμα του χοιρινού (το λιάνιζαν) και το έριχναν και αυτό μέσα στο λεβέτι. Με ανάλογη ποσότητα νερού το έβραζαν μέχρι να λιώσει το λίπος και να βράσει το κρέας. Πρόσθεταν αρκετό αλάτι για συντήρηση και μυρωδικά για να νοστιμήσει. Το λίπος (λίγδα), έτσι όπως ήταν λιωμένο, το έβαζαν σε λαγήνες ή τενεκέδες (λάτες), για το «άρτυμα» της χρονιάς. Το κρέας, αφού το χώριζαν από τα κόκαλα, το έκοβαν σε κομμάτια και το έβαζαν σε χωριστά δοχεία, στα οποία συμπλήρωναν λίπος ώστε να σκεπάσει καλά το κρέας. Αυτό αποτελούσε «τις τσιγαρίδες» ή «το παστό». Στο βάθος της λαήνας έβαζαν τα ψαχνά κομμάτια, για να τα φυλάξουν «για κανά ξένο» ή για εξαιρετικές περιστάσεις και πιο πάνω έβαζαν τις σκόρτσες (το δέρμα του χοιρινού). Το παστό ήταν ένα πρόχειρο αλλά εκλεκτό φαγητό για κανέναν επισκέπτη, για το χωράφι και σπάνια αν η νοικοκυρά δεν προλάβαινε να μαγειρέψει. Τρωγόταν ως μεζές, έτσι όπως έβγαινε από τη λαήνα ή τηγανισμένο με αυγά ως «καγιανάς».
Η παραδοσιακή ''ωματιά''
Κρέας δεν έτρωγαν πολύ όσο ήταν κρεμασμένο το χοιρινό, για να μη λιγοστέψει το παστό. Σπάνια έψεναν καμιά μπριζόλα στα κάρβουνα. Μετά το λιάνισμα μαγείρευαν τα οστεώδη μέρη (τη σπονδυλική στήλη) που δεν προσφέρονταν να γίνουν τσιγαρίδα. Μαγειρεμένο με «ήμερα λάχανα» το κρέας αυτό ήταν πεντανόστιμο. Είχαν όμως όλη την εβδομάδα μέχρι την Κυριακή των Απόκρεω αρκετά να τρώει όλη η οικογένεια. Τα έντερα (κυρίως το παχύ έντερο) και το στομάχι τα έκαναν «ωματιά» Τα γέμιζαν με σιτάρι χοντροκομμένο ώστε να γίνει μπλιγούρι, ανακατεμένο με μυρωδικά και το έψηναν στο φούρνο. Το κεφάλι του χοιρινού και τα πόδια, αφού τα έξηναν καλά να καθαρίσουν, τα έβραζαν και τα έκαναν «πατσιά» Η πατσιά τρωγόταν ζεστή, ως σούπα, ήταν όμως πολύ νόστιμη και όταν κρύωνε, οπότε εστερεοποιείτο και γινόταν πηχτή. Τα λεπτά έντερα τα γέμιζαν με ψιλοκομμένο ψαχνό κρέας, τα έβραζαν και τα έκαναν λουκάνικα, τα οποία έριχναν στο άλειμμα και τα έκαναν παστό.
Η Φούσκα
Την ουροδόχο κύστη τη λεγόμενη φούσκα την έδιναν στα παιδιά, τα οποία την μετέτρεπαν σε μπαλόνι και έπαιζαν.
Η φούσκα (ουροδόχος κύστη) του χοίρου είναι ακριβώς όπως και του σημερινού μπαλονιού – μόνο που δεν είναι πλαστική. Την έπαιρναν και την ξεπλέναν λίγο για να μη σπάσει το στόμιο.
Το μπαλόνι το φούσκωναν από τη μικρή τρυπίτσα που είχε η ουροδόχος κύστη για να φύγουν τα ούρα.
Αυτή την τρυπίτσα με το μαχαίρι τη μεγάλωναν λίγο και μετά έβαζαν ένα καλαμάκι και τη φούσκωναν και την έδεναν όπως ακριβώς και το μπαλόνι .
Όταν τη φούσκωναν αρκετά, την έδεναν με ένα σπάγκο από το λαιμό και την κρεμούσαν κάπου ψηλά – για να μην επιτεθούν γάτες και μυρμήγκια – για να στεγνώσει. Όταν στέγνωνε αρκετά την έπαιζαν.
Το Γουρνοσάπουνο
Γενικά δεν πέταγαν τίποτε από το χοιρινό, εκτός από τις τρίχες . Τα υπολείμματα από το λιώσιμο του γουρουνιού (σαλαμούρα) και ότι άλλο λίπος περίσσευε από το πλύσιμο των σκευών δεν το πέταγαν αλλά το έκαναν σαπούνι.
Τα παλιότερα ακόμα χρόνια χρησιμοποιούσαν το δέρμα του γουρουνιού και έφτιαχναν τα γουρνοτσάρουχα.
Πηγή πληροφοριών: spatharis.blogspot.com


